Το προϊόν προστέθηκε στο καλάθι σας!

Μπορείτε να συνεχίστε τις αγορές σας ή να δείτε την παραγγελία σας.


Το σπίτι του ληστή ή Οι δράκοι με τις μακριές ουρές

Περπατώ. Περπατώ στο πάρκο. Γύρω μου υπάρχουν κεφάλια. Που βγαίνουν από το γρασίδι. Που πηδούν στο σιντριβάνι. Που παίζουν μπάλα. Να ένα κεφάλι που κοιτάει. Ένα που απορεί. Ένα που γελάει. Αποκλείεται! Δεν είναι κεφάλια. Κάθομαι οκλαδόν και κλείνω για λίγο τα μάτια μου. Βάζω τα χέρια μου σε θέση διαλογισμού, είπα ένα-δυο οοοομμμ και ξανανοίγω τα μάτια μου. Πράγματι, κοιτώντας γύρω μου, δεν υπάρχουν πια κεφάλια. Οπότε συνεχίζω τον περίπατό μου ανενόχλητος, κρατώντας το κεφάλι μου με το δεξί μου χέρι. Ένας αρχαίος μύθος λέει ότι τα πάρκα δεν ήταν πάντα πάρκα. Ήταν μυστικιστικοί τόποι, τόποι λατρείας και αγάπης. Ήταν ξέρες με ελάχιστους θάμνους και χωρίς λου-λούδια. Μια άγρια φύση με δράκους να περιφέρουν τις μακριές τους ουρές. Ήταν οριο-θετημένες περιοχές με δικούς τους νόμους. Οι δράκοι γεννούσαν τα μικρά και τους μά-θαιναν κυνήγι. Εκεί, στις ξέρες, τα θηράματα ήταν δυσεύρετα. Αλλά οι δράκοι πίστευαν. Όταν είχε πανσέληνο, μαζεύονταν γύρω από τη λίμνη. Εκεί έπιναν νερό κι εκεί έκα-ναν και μπάνιο. Εκεί έκαναν κι όλες τις τελετές μύησης και τα βράδια τραγουδούσαν. Υμνούσαν την τύχη τους γιατί είχαν τροφή, νερό και τους θάμνους. Η ζωή κυλούσε ήσυχα. Το οικοσύστημα δεν είχε διαταραχθεί. Μια μέρα, ένας μικρός δράκος σκόνταψε πάνω σ' ένα μεγάλο κόκκαλο. Λευκό. Το μύρισε. Το έγλειψε. Δεν ήξερε τι ήταν. Το πήγε στον μπαμπά δράκο κι εκείνος έβαλε τα κλάματα. Ήταν η μαμά του...